Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021 11:49

Τερεζόπουλος στην «ΩΡΑ ΤΩΝ ΣΠΟΡ»: Δεν υπάρχει πλέον χαρά στο Ελληνικό ποδόσφαιρο

Η συζήτηση με τον Δημήτρη Τερεζόπουλο θα ήταν ούτως ή άλλως απολαυστική. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία, όπου το ελληνικό ποδόσφαιρο βάλλεται -και- από τις έκτακτες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί ελέω πανδημίας, γίνεται ουσιαστική και καίρια.

Του Δημήτρη Θεοδώρου (Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.)

Πρόκειται, άλλωστε, για έναν άνθρωπο με αξίες, ήθος και γνώσεις πάνω στο άθλημα, που χρειάζονται για να κατανοήσει κανείς αφενός τι φταίει και το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν... μοιάζει τόσο πολύ με το σύγχρονο ευρωπαϊκό, αφετέρου ποιες ενέργειες θα έπρεπε να γίνουν, για να μπορέσουν οι συμμετέχοντες και οι φίλαθλοι να γευθούν τη χαρά του παιχνιδιού.

Με διαδρομή που ξεκινά από τις ακαδημίες του Πανιωνίου και περνά από όλα τα επίπεδα (προπονητής ακαδημιών στον Ολυμπιακό, πρώτος προπονητής σε Πανιώνιο και Αστέρα Τρίπολης στη Super League, προπονητής στον ΠΑΣ Κόρινθο στην επαγγελματική Γ' Εθνική, τεχνικός διευθυντής ακαδημιών στον ΠΑΣ Γιάννινα, προπονητής σε Ρόδο και Εθνικό στην ερασιτεχνική Γ' Εθνική), ο 54χρονος προπονητής μοιράζεται με τους αναγνώστες της «ΩΡΑΣ» εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις.

-Βρισκόμαστε εν μέσω μίας πανδημίας που έχει προκαλέσει πρωτοφανείς καταστάσεις στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ειδικά κάτω από τη Super League όπου δεν υπάρχει δράση. Ποιες είναι οι σκέψεις σας;

«Αυτό που με στεναχωρεί κυρίως, το οποίο ωστόσο φαντάζει και αναπόφευκτο σύμφωνα με τις εισηγήσεις των λοιμωξιολόγων, είναι ότι πολλές θέσεις εργασίας έχουν χαθεί. Αναφέρομαι στους ποδοσφαιριστές που αμείβονται, από τη Super League 2 έως και τη Γ' Εθνική, αλλά ακόμα και στην πρώτη κατηγορία των τοπικών σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακόμη κι εκεί, από ό,τι ξέρω, περιμένουν οι ποδοσφαιριστές αυτό το έσοδο για να βελτιώσουν τη ζωή τους. Κυρίως, όμως, πλήττονται οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, που δεν έχουν άλλες δουλειές και περιμένουν να αμειφθούν για να ζήσουν. Μέσα σε αυτό το καθεστώς, βεβαίως, βρίσκονται και οι προπονητές, όπως και όλα τα μέλη ενός τεχνικού επιτελείου, διότι κι αυτοί έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους. Αυτό είναι το πρώτο κομμάτι, διότι χωρίς χρήματα δεν μπορούμε να ζήσουμε. Το δεύτερο κομμάτι έχει να κάνει με το γεγονός ότι η πανδημία έχει πάει πίσω κυρίως τους αθλητές. Γνωρίζουμε ότι αν χαθεί μία εβδομάδα προπονήσεων, είναι σαν να χάνεται το 25% της φυσικής κατάστασης που είχε ο ποδοσφαιριστής μέχρι τότε. Αν χάσεις έναν μήνα, είναι σαν να ξεκινάς από την αρχή. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πόσο επιζήμιος είναι αυτός ο ένας χρόνος για τους ποδοσφαιριστές. Από εκεί και πέρα, θα αναφερθώ -αν και στη χώρα μας δεν ισχύει τόσο πολύ- στη χαρά που παίρνεις όταν δουλεύεις πάνω σε αυτό που αγαπάς, χαρά που πλέον δεν υπάρχει».

-Για ποιον λόγο σημειώνετε πως στη χώρα μας δεν ισχύει τόσο πολύ, σχετικά με τη χαρά που προσφέρει το ποδόσφαιρο;

«Είναι η αλήθεια ότι στην Ελλάδα, το παιχνίδι οι ποδοσφαιριστές, όπως και οι προπονητές, δεν το χαίρονται. Και δεν το χαίρονται διότι είναι τέτοια η πίεση, που δεν υπάρχει τίποτ' άλλο πέρα από το αποτέλεσμα. Από αυτό κρίνεται αν είσαι καλός ή κακός. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ποδοσφαιριστές που παίζουν στο εξωτερικό και τους οποίους γνωρίζω προσωπικά, δεν θέλουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, ακριβώς επειδή η πίεση αυτή είναι τεράστια».

-Έχετε εργαστεί αρκετά χρόνια -και- σε επίπεδο ακαδημιών. Τι αντίκτυπο εκτιμάτε πως θα έχει αυτή η παρατεταμένη διακοπή στα μικρά παιδιά;

«Υπάρχουν δύο κατηγορίες σε αυτό το θέμα. Είναι η ηλικιακή κατηγορία των 6 έως 12 ετών, όπου εκεί καθαρά αθλείσαι για να χαρείς το παιχνίδι. Από εκεί και πάνω, τα πράγματα αλλάζουν. Η κατηγορία 12 έως 14 ετών, όπου ξεκινάει ο ποδοσφαιριστής να μαθαίνει και να γνωρίζει ποδόσφαιρο, αλλά κυρίως, το διάστημα από 14 έως 17/18 ετών, συνθέτουν την πιο κρίσιμη ηλικία ενός ποδοσφαιριστή. Αυτή η αποχή από το ποδόσφαιρο φοβάμαι ότι θα κοστίσει πάρα πολύ σε αυτές τις ηλικίες. Εκεί χτίζεις όλη την υποδομή σου, πάνω στο κομμάτι της φυσικής κατάστασης, της δύναμης και της ταχύτητας και, κατ' επέκταση, της τεχνικής και της τακτικής. Δυστυχώς, αυτά τα παιδιά θα χάσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος όλων αυτών. Θα τους κοστίσει. Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα. Όταν σε αυτές τις ηλικίες παίρνεις απότομα ύψος, αλλάζει πολύ το κέντρο βάρους. Εκεί, λοιπόν, που υπήρχε ένα κομμάτι συναρμογής ικανοποιητικό, ξαφνικά αυτό χάνεται. Αν, λοιπόν, ο ποδοσφαιριστής έχει χάσει έναν χρόνο και σε αυτό το διάστημα πάρει απότομα ύψος, ξαφνικά θα κληθεί να διαχειριστεί ένα διαφορετικό σώμα, όχι τόσο στο κομμάτι της εκτέλεσης, αλλά της τεχνικής».

-Πως θεωρείτε ότι θα πρέπει να προσεγγίζει το αντικείμενό του στο επίπεδο των ακαδημιών ένας προπονητής;

«Στα τμήματα υποδομής θα πρέπει να υπάρχει εκπαίδευση και μόνο εκπαίδευση. Το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι το τελευταίο, διότι όταν πάμε για το αποτέλεσμα, χάνουμε τη χαρά του παιχνιδιού και την ελευθερία κινήσεων του ποδοσφαιριστή. Ουσιαστικά, δεν του δίνουμε πολλές πληροφορίες πάνω στο ποδόσφαιρο, διότι εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι μόνο πώς θα κερδίσουμε για να φύγουμε στο τέλος ευχαριστημένοι. Έτσι, μας νοιάζει πως να μην δεχθούμε γκολ και πως να πετύχουμε, με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν αρκετές ακαδημίες ακόμα και σήμερα. Νομίζω ότι σιγά-σιγά, με τα νέα παιδιά που μπαίνουν στον χώρο, θα πρέπει να πάψει να γίνεται αυτό το λάθος. Θα χρησιμοποιήσω και ένα παράδειγμα. Πάρε έναν τερματοφύλακα που έχει αντίληψη και παίξε από πίσω με την ομάδα, γιατί είναι πάντα ο παραπάνω παίκτης. Θα δεχθείς δέκα και δεκαπέντε γκολ, όμως μέσα από το παιχνίδι θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση, θα μάθει να διαχειρίζεται όλες τις καταστάσεις του παιχνιδιού και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα γίνει πολύ καλύτερος. Πλέον, ο τερματοφύλακας δεν είναι εκείνος που θυμόμαστε από άλλες εποχές, δηλαδή κάτω από τα δοκάρια, με καλά αντανακλαστικά και πλούσια σωματικά προσόντα. Τα χαρακτηριστικά του έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Όταν δεν χρησιμοποιήσεις την εκπαίδευση και όταν δεν προσπαθήσεις να είσαι δημιουργικός, με ανάπτυξη από πίσω, πως θα παίξεις σύγχρονο ποδόσφαιρο; Αυτά τα παιδιά φτάνουν στις ηλικίες των 18 και των 20 ετών, βρίσκουν έναν προπονητή που προσπαθεί να τους μυήσει πάνω σε αυτό και δεν ξέρουν να κλωτσάνε την μπάλα. Επομένως, πως θα βελτιωθεί το ποδόσφαιρο;»

-Σχετικά με τις πρώτες ομάδες των συλλόγων;

«Στις πρώτες ομάδες είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Εκεί, οι ποδοσφαιριστές πρέπει να έχουν νοοτροπία νικητή, αφού οι περισσότερες ομάδες θέλουν το αποτέλεσμα για τους στόχους που έχουν θέσει. Το κακό, όμως, είναι ότι το θέλουν άμεσα και τα αποτελέσματα άμεσα δεν έρχονται, αν βασιστείς σε ορθολογική διαδικασία. Έτσι, δημιουργείται πίεση στους προπονητές, με αποτέλεσμα, αν εξαρτώνται από το επάγγελμά τους, να ακολουθούν αυτή τη λογική και να έχουν στο μυαλό τους κάθε Κυριακή μόνο το πως θα κερδίσουν. Μπορεί να ακουστεί... βαρύ, αλλά θεωρώ πως ό,τι γίνεται στο ελληνικό ποδόσφαιρο, κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες, γίνεται... τυχαία! Λείπει ο στόχος που προκύπτει μέσα από μία συγκεκριμένη φιλοσοφία. Γίνεται πρόχειρη δουλειά. Δεν υπάρχει οργάνωση σε όλους τους τομείς, δεν δίνεται βαρύτητα στο σκάουτινγκ, ενώ υστερούμε και στο κομμάτι της τεχνογνωσίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να παράγεται ένα ποδόσφαιρο που δεν είναι ελκυστικό».

-Ποια θα ήταν για εσάς η ιδανική φιλοσοφία μίας ελληνικής ομάδας;

«Αν ήμουν ο ιδιοκτήτης μίας ομάδας και με δεδομένες τις γνώσεις που έχω γύρω από το ποδόσφαιρο, θα έφτιαχνα πρότυπες ακαδημίες, με καταπληκτικούς προπονητές πάνω στο κομμάτι του σύγχρονου ποδοσφαίρου και θα δημιουργούσα ποδοσφαιριστές που θα προσέφεραν θέαμα, γιατί το ποδόσφαιρο πάνω απ' όλα είναι θέαμα. Βλέπουμε, για παράδειγμα, μία Λίβερπουλ που δίνει πολλή έμφαση στο παιχνίδι μετάβασης από άμυνα σε επίθεση, με καταπληκτικούς παίκτες και αποτελέσματα. Είναι κι αυτό ένα ωραίο θέαμα γιατί έχει φοβερό ρυθμό. Από την άλλη, βλέπουμε μία Μάντσεστερ Σίτι με τελείως διαφορετικό τρόπο παιχνιδιού, που θέλει να έχει στο 100% την κατοχή της μπάλας και να επιβάλει τον ρυθμό της. Είναι δύο διαφορετικά στυλ που στοχεύουν στο αποτέλεσμα μέσα από το θέαμα. Θέαμα δεν είναι να αμύνεσαι ενενήντα λεπτά και να περιμένεις να βγάλεις δυο φάσεις για να 'κλέψεις' το αποτέλεσμα. Άρα προωθείς όσους περισσότερους παίκτες μπορείς στην πρώτη ομάδα, έχεις έναν προπονητή χρόνια με βάση τη φιλοσοφία και την κουλτούρα της ομάδας, και έτσι όταν φτάσουν τα παιδιά στην πρώτη ομάδα, ξέρουν πάρα πολύ καλά τι πρέπει να κάνουν μέσα στο γήπεδο. Από εκεί και πέρα, απομένει ο τρόπος με τον οποίο ο προπονητής θα διαχειριστεί την ομάδα, έχοντας παίκτες οι οποίοι θα έχουν αποκτήσει την ανάλογη νοοτροπία, ώστε όλοι να κάνουν άμυνα και όλοι να επιτίθενται. Αυτό που κερδίζεις, μάλιστα, στο τμήμα σκάουτινγκ, είναι ότι έχεις ανθρώπους, που ξέρουν ποιο είναι το στυλ της ομάδας, οπότε ξέρουν και τι ποδοσφαιριστές θα επιλέξουν με βάση αυτό το στυλ. Θα ήμουν άδικος αν δεν έλεγα ότι ο Ολυμπιακός έχει στοχεύσει σε αυτό, κάτι που άλλωστε φαίνεται και από τα αποτελέσματά του. Επένδυσε πολλά χρήματα, δημιουργώντας ένα σύγχρονο ποδοσφαιρικό κέντρο που χρόνο με τον χρόνο το τελειοποιεί, δίνοντας τις κατάλληλες συνθήκες στους νεαρούς ποδοσφαιριστές, ώστε να αποτελούν το μέλλον της ομάδας».

-Συνοψίζοντας, τι πιστεύετε ότι πάει λάθος και έχει ανοίξει η... ψαλίδα με την υπόλοιπη Ευρώπη τα τελευταία χρόνια;

«Πρωτίστως έχει να κάνει με το οικονομικό κομμάτι. Επειδή, πλέον, οι ομάδες έχουν σαφώς πολύ λιγότερα έσοδα, οι παίκτες κλείνουν με πιο χαμηλά συμβόλαια, επομένως και το επίπεδο του ελληνικού πρωταθλήματος είναι λογικό να έχει πέσει αρκετά. Έρχονται παίκτες μετρίου επιπέδου και την ίδια στιγμή δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους έλληνες ποδοσφαιριστές. Δίπλα σε αυτό έρχονται και οι διαπιστώσεις που ανέφερα προηγουμένως και, κάπως έτσι, βρισκόμαστε σήμερα να βλέπουμε ένα μέτριο ποδόσφαιρο».

«Περίμενα την ΑΕΚ πιο θεαματική»

-Δεν εργάζεστε στη Super League, γνωρίζουμε όμως ότι παρακολουθείτε το πρωτάθλημα. Από το φετινό, τι έχετε σημειώσει μέχρι στιγμής;

«Ασφαλώς έχει ξεχωρίσει ο Ολυμπιακός από τις αρχές του δευτέρου γύρου, κάτι που νομίζω κανείς φίλαθλος δεν θα ήθελε, υπό την έννοια ότι θα προτιμούσαμε να παρακολουθούμε ένα πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα. Βλέπουμε, όμως, έναν Ολυμπιακό πολύ σοβαρό, παρότι υπάρχει αυτή η διαφορά, ο οποίος διαχειρίζεται τα παιχνίδια πάρα πολύ καλά. Ευχάριστη έκπληξη είναι ο Άρης που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη δεύτερη θέση, δείχνοντας ότι έχει μία σταθερότητα στα αποτελέσματά του και πάρα πολύ καλούς μεσοεπιθετικούς στη σύνθεσή του. Δυσάρεστη έκπληξη αποτελεί ο ΠΑΟΚ. Θεωρώ ούτως ή άλλως πως μία αλλαγή προπονητή στη μέση της σεζόν δεν είναι ιδανική ως εξέλιξη. Κρίνοντας εκ των αποτελεσμάτων, νομίζω ότι αυτό ισχύει και με τον ΠΑΟΚ. Όσο για την ΑΕΚ, θα περίμενα να τη δω πιο θεαματική. Θα μου άρεσε να τη δω να προσφέρει θέαμα ως ομάδα. Είναι ένας τεράστιος σύλλογος και ακριβώς για αυτό τον λόγο νομίζω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Από εκεί και πέρα, θα ξεχώριζα τον ΟΦΗ, που είναι πολύ κοντά στα δικά μου 'πιστευώ'. Επίσης, μου αρέσει αυτό που βλέπω στον ΠΑΣ Γιάννινα. Είναι μία ομάδα με ταχύτητα, με πολύ καλή νοοτροπία, δείχνει ότι γίνεται μία σοβαρή δουλειά και πιστεύω ότι θα έχει συνέχεια. Τέλος, με την έλευση του Δέλλα και ο Παναιτωλικός γίνεται καλύτερος παιχνίδι με παιχνίδι, έχοντας μια καλή ποδοσφαιρική λογική».

«Ευγνώμων που εργάστηκα σ' αυτές τις ομάδες»

-Εργαστήκατε στη Super League σε Πανιώνιο και Αστέρα Τρίπολης. Τι θυμάστε από εκείνες τις επιμέρους περιόδους;

«Καταρχήν, νιώθω πολύ τυχερός που εργάστηκα σε αυτές τις δύο ομάδες. Στον μεν Πανιώνιο, μία ομάδα με ένα τεράστιο brand name, η οποία πάντα έβγαζε τεράστια ταλέντα, τα οποία προωθήθηκαν σε μεγάλες ομάδες του ελληνικού ποδοσφαίρου, αλλά και οι περισσότεροι στην εθνική Ελλάδος. Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από αυτή την ομάδα, διότι η συνεργασία με τους ανθρώπους, εκείνης της εποχής που ήμουν εγώ, ήταν άριστη. Μία ομάδα, που είναι πολύ αγαπητή στον κόσμο και με φιλάθλους, που γνωρίζουν πολύ καλά το ποδόσφαιρο. Οι φίλαθλοι του Πανιωνίου είχαν και θα έχουν πάντα απαιτήσεις, γιατί ο σύλλογος αυτός είναι τεράστιος. Από την άλλη, ο Αστέρας Τρίπολης είναι μία από τις καλύτερες ομάδες στην Ελλάδα για να εργαστεί ένας προπονητής και, βεβαίως, οι ποδοσφαιριστές. Οι συνθήκες είναι πραγματικά καταπληκτικές. Είναι συνθήκες ομάδας Ευρώπης. Σε αντίθεση με όλα αυτά που προανέφερα, είναι η ομάδα που δεν σου δημιουργεί ποτέ την πίεση για το πως θα δουλέψεις και τι θα κάνεις. Στον Αστέρα υπάρχει όραμα, δυστυχώς όμως είναι οι συγκυρίες τέτοιες στην Ελλάδα, που αυτό το όραμα δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί. Πιστεύω ότι επενδυτές σαν τους κ.κ. Μπάκο και Καϋμενάκη, όπως και σαν τον κ. Τσακίρη στον Πανιώνιο, πρέπει να υπάρχουν στο ποδόσφαιρο. Νιώθω ευγνώμων και στους δύο αυτούς συλλόγους».

-Πρόσφατα είχατε μία πολύ σύντομη συνεργασία με την ΑΕ Μοσχάτου στη Γ' Εθνική. Γιατί δεν ευδοκίμησε;

«Το ότι ήταν τόσο σύντομη η συνεργασία, αποδεικνύει ότι δεν έπρεπε να συμβεί καν. Η δική μου κοσμοθεωρία γύρω από το ποδόσφαιρο είναι τελείως διαφορετική από την κοσμοθεωρία αυτής της ομάδας. Δεν ευθύνεται κανείς για αυτό το γεγονός. Οπότε ήταν λογικό και το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας».

Κατηγορία ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ350χ400

BETARADES 300X250

Σχολιάστε το άρθρο

© 2004 - 2021 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

0
Shares